“Αυτές ήταν 2 από τις 40 ερωτήσεις που μας κάνουν όσοι έρχονται εδώ. Περιμένω εναγωνίως αυτόν που θα διατυπώσει την ερώτηση νούμερο 41, την ερώτηση που δε θα έχω ξανακούσει”, μου λέει με χαμόγελο μεν, σοβαρά δε, ο Αλεξέι. Και τι να κάνω εγώ τώρα;

Δαγκώνομαι, χαμογελάω, προσπαθώ να βρω κάτι έξυπνο να πω, την 41η ερώτηση, ποια είναι όμως αυτή, γαμώτο είναι και πολλές οι 40 ερώτησεις, τελικά δε λέω τίποτα και καταπίνω τη γλώσσα μου για το υπόλοιπο της ξενάγησης.

Λίγα μέτρα κάτω από τη γη, στο χωριό Βατσιανά της Γαύδου, μετά από λίγη ώρα, ο Αλεξέι θα μου χαμογελάσει και θα μου πει πλάκα σου έκανα, ρώτα ότι θες. Είναι ένας από τους 7 Ρώσους που ζουν μόνιμα στη Γαύδο εδώ και 11 χρόνια. Παράτησαν τις δουλειές τους, τα σπίτια τους, ταξίδεψαν και κατέληξαν στη Γαύδο. “Δεν είχε άλλο να προχωρήσουμε και είπαμε να μείνουμε εδώ”, μου λέει  ο Μπόρις, ψυχολόγος που ζούσε στη Νέα Υόρκη. Χτίζουν σπίτια, επισκευάζουν εκκλησίες, μαστορεύουν και κάνουν μερεμέτια, καλλιεργούν, πειραματίζονται με εναλλακτικές πηγές ενέργειας, πίνουν ρακή και συζητάνε για φιλοσοφία. Και ειδικά για τον Πυθαγόρα. “Οι αριθμοί δεν είναι απλά αριθμοί, είναι σύμβολα, κρύβουν λέξεις και έννοιες από πίσω”, μου εξηγεί ο Μπόρις και πάνω που πάω να τον ρωτήσω αν εννοεί τη θεωρία του Πυθαγόρα (από τους πιο μυστικιστές φιλοσόφους) σύμφωνα με την οποία η αρμονία και η ουσία των πραγμάτων βρίσκεται στη σχέση ανάμεσα στους αριθμούς, μας διακόπτουν φωνές. Είναι χρόνιοι επισκέπτες του νησιού, που πέρασαν μια βόλτα για να δουν τους φίλους τους πλέον Ρώσους. Ενώ βρισκόμαστε στη δεύτερη ρακή, αρχίζουν να έρχονται και άλλοι. Κάποιες φορές ξυπνούν το πρωί και βλέπουν αγνώστους να έχουν μπει στην αυλή τους και να περιεργάζονται το πέτρινο σπίτι ή την κατασκευή για συλλογή βρόχινου νερού ή ακόμα και τη θέα από το μπαλκόνι τους. Τώρα καταλαβαίνω τον Αλεξέι και την κούρασή του από τις 40 επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις. “Οι Ρώσοι” έχουν γίνει πλέον αξιοθέατο. Όποιος έρχεται στη Γαύδο, θέλει να τους γνωρίσει. Και οι μύθοι γύρω τους φουντώνουν: “είναι φυσικοί από το Τσέρνομπιλ”, “είναι αποκρυφιστές που λατρεύουν σαν θεό τον Πυθαγόρα”, “έχουν υπολογίσει ότι το τέλος του κόσμου θα έρθει το 2024 και χτίζουν πυρηνικά καταφύγια”. Αυτό το τελευταίο αναφέρεται σε έναν υπόγειο χώρο που έχουν χτίσει και στον οποίο μπαίνεις από καταπακτή. Και όχι η πόρτα στο βάθος του “¨καταφυγίου” δεν ανοίγει αν την χτυπήσεις 3 φορές και δεν οδηγεί σε τούνελ που φτάνει μέχρι τη Λιβύη. Εμένα ως εξήγηση μου αρκεί η τελευταία κουβέντα που πρόλαβε να μου πει ο Μπόρις: “διαλέξαμε το μέρος για τον ήλιο και τη θάλασσα, την ησυχία και τους λίγους κατοίκους. Αλλά τελικά το πιο σημαντικό αγαθό που απολαμβάνουμε ζώντας εδώ, είναι ο χρόνος”.

Αυτό το αγαθό εξαγοράζουμε όλοι στις διακοπές, αλλά εδώ στη Γαύδο, βρίσκεται εν αφθονία. Χωρίς ρεύμα και πολλές φορές χωρίς νερό, με πολλή ζέστη και λίγους κέδρους, ο χρόνος μοιάζει να γλιστράει αργά πάνω στους αμμόλοφους, αφήνοντας σημάδια ελαφρώς πιο εμφανή από αυτά που αφήνουν οι σκορπιοί και οι μπάμπουρες.

Στον Άι Γιάννη και στον Λαυρακά, υπάρχουν και άλλοι που αναζητούν το χαμένο χρόνο. Ζουν μόνιμα, εδώ και αρκετά χρόνια, στις “καβάντζες” τους στην παραλία. Χειμώνας μπαίνει, βγαίνει, έρχεται το καλοκαίρι και πολλοί παραμένουν εδώ, αρνούμενοι να εγκαταλείψουν την ά- χρονη ζωή τους και να γυρίσουν στον πολιτισμό. Και ο χώρος πως ορίζεται; Με φαντασία και άλλα μέτρα και σταθμά και αυτός: το μεγάλο κομμάτι στην παραλία του Άι Γιάννη είναι η Λεωφόρος της Άμμου, ενώ τα καλύτερα πεύκα στην παραλία του Λαυρακά είναι πίσω από την καβάντζα του τάδε ή δεξιά από τη σκηνή του δείνα.

Μάλλον αυτόν το διαφορετικό ορισμό του χρόνου και του χώρου, και τελικά τον διαφορετικό ορισμό όλων των πραγμάτων αναζητούν όλοι όσοι έρχονται στη Γαύδο. Και πολλοί έρχονται κάθε χρόνο. Είναι οι “ταμένοι” του νησιού.

Και πώς ξεκίνησαν όλα αυτά; Μια εκδοχή θέλει να οφείλονται όλα στον Άρη Βελουχιώτη. Ναι ναι πολέμησε στα βουνά της Στερεάς Ελλάδας και της Ηπείρου, δημιούργησε χιλιάδες μύθους και ιστορίες γύρω από το όνομά του και κάποια στιγμή πέρασε και από τη Γαύδο ως πολιτικός εξόριστος. Τη δεκαετία του ’80 λοιπόν, νεαροί – φερέλπιδα στελέχη νεολαιών της κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, έφτασαν μέχρι το τελευταίο νότιο σύνορο της χώρας, αναζητώντας τα βήματα του Άρη. Τα χαλάσματα στην αριστερή πλευρά του Σαρακήνικου πρόδιδαν τη ζωή που ακροβατούσε πάνω στην καυτή άμμο εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Και το ποίημα εξόριστου, γραμμένο το 1932, δείχνει σαν να ξέρανε τότε οι εξόριστοι την πορεία που θα ακολουθούσε το νησί:

“Μας στείλανε οι πλουτοκράτες στου Λυβικού την ερημιά
Γιατί ζητήσαμε το δίκιο και του λαού τη λευτεριά
Εσύ ξένε που ίσως θα ‘ρθεις μια μέρα σ’ αυτό το νησί
Όχι σαν πολιτικός εξόριστος αλλά κάνοντας τουρισμό
Πρέπει να ξέρεις ότι απάνθρωποι στέρησαν
εδώ πάνω την ελευθερία ανθρώπων”

Τουρισμός λοιπόν; Όχι δα! Ευτυχώς η “ανάπτυξη” δεν έχει περάσει ακόμα πάνω από τη Γαύδο. Τουλάχιστον όχι ακόμα. Τα λίγα και απλά δωμάτια, οι ταβέρνες, οι ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι και τα υπόλοιπα έργα δεν έχουν κάνει ζημιά στο νησί. Και  αυτά τα έργα κατά τύχη έγιναν όταν μέλη της τουρκικής κυβέρνησης αμφισβήτησαν την ελληνικότητα της Γαύδου. Κατά τα άλλα ακούω τους ντόπιους στο Καστρί να διαμαρτύρονται και να παίρνουν τηλέφωνα στα κανάλια της τηλεόρασης γιατί στο χάρτη με τον καιρό η Γαύδος κάποιες φορές λείπει, απλά δεν υπάρχει.

Και διαμαρτύρονται και για άλλα. Αυτά που οι αριστερών αρχών αντικομφοριμστές θεωρούν γοητευτικά αλλά για τους ντόπιους είναι απτά καθημερινά προβλήματα, όπως η ηλεκτροδότηση και το τρεχούμενο νερό.

Ακόμα και έτσι λοιπόν, ακόμα και τώρα που ταξιδιωτικοί δημοσιογράφοι σαν και εμένα, έρχονται εδώ για ρεπορτάζ, λίγα πράγματα έχουν αλλάξει. Λίγα έχουν αλλάξει από τότε που αριστεροί, αναρχικοί, ελευθεριακοί και χίπηδες χωρίζονταν σε ομάδες και παίζανε beach volley στο Σαρακήνικο. Από τότε που πηδώντας στο ταχυδρομικό καΐκι που ξεκινάει από την Παλαιόχωρα, έφτανες μετά από 4 ώρες πάλης με τα κύματα στη Γαύδο. Από τότε που δεκάδες παρέες παίζανε τουμπερλέκια και ανάβανε φωτιές στον Άι Γιάννη.

Οι ίδιοι άνθρωποι και ακόμα περισσότεροι συνεχίζουν να έρχονται εδώ παρά τις αντιξοότητες. Και θέλουν να κρατήσουν επτασφράγιστο το μυστικό τους. “Δεν απαντάω σε τίποτα. Δε θα γίνω συνένοχος, να μη γράψεις τίποτα για τη Γαύδο”, μου λέει επανειλημμένα και με στόμφο ένας φανατικός του νησιού. Απλοΐκή η σκέψη του, αφού η “ανάπτυξη”, αυτή που έχει βάση της το χρήμα και τον πλουτισμό, την εκμετάλλευση φυσικών πόρων και περιβάλλοντος δε σταματάει μπροστά στην εχεμύθεια ενός ταξιδιωτικού δημοσιογράφου. Αλλά είναι ενδεικτική της ψευδαίσθησης ελευθερίας και κοινότητας που βιώνουν οι άνθρωποι στη Γαύδο. Γιατί, κακά τα ψέμματα, νησίδες ελευθερίας σε έναν φυλακισμένο κόσμο, δεν μπορούν να υπάρξουν. Αποτελούν μόνο άλλοθι για να συνεχίσεις να υπομένεις και να αντέχεις.

Φεύγοντας από τη Γαύδο, αυτά σκεφτόμουν. Ένιωσα και εγώ για επτά μέρες αυτήν την ψευδαίσθηση. Ένιωσα και την απελπισμένη ανάγκη να τρέξω μακριά από την αδυσώπητη καθημερινότητα, μακριά από τη ζωή μου και να γλυτώσω από τον πολιτισμό που οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουμε φτιάξει.  Ένιωσα τη μανία να ξεφύγω από τα στερεότυπα του κυρίαρχου πολιτισμού και εδώ στη Γαύδο μπορείς για λίγο να αισθανθείς ότι τα έχεις καταφέρει. Είτε γιατί δεν έχεις ρεύμα, είτε γιατί ακουμπάς κατάσαρκα την καυτή άμμο είτε γιατί νιώθεις αυτόματα μέλος μιας κοινότητας αντισυμβατικής και αντικομφορμιστικής. Μια κοινότητα όπου ο κυρίαρχος πολιτισμός, οι νόμοι της αγοράς, η μιζέρια της καθημερινότητας και η ίδια η πραγματικότητα της οργάνωσης της κοινωνίας, του πολιτικού συστήματος, του καπιταλισμού μπαίνουν στο περιθώριο. Έστω για λίγο. Έστω στρεβλά και με παραμορφωτικό φακό, κάνοντας τις επιθυμίες πραγματικότητα. Έστω και για λίγους. Και για αυτό προσπαθείς να  κρατήσεις την κοινότητα μυστική. Ελιτισμός; Μπορεί.  Θα ήταν σίγουρα πιο έντιμο και αποτελεσματικό να γκρεμίσουμε τον πολιτισμό που μας τρομοκρατεί, τους νόμους της αγοράς, τη μιζέρια της καθημερινότητας, την ίδια την πραγματικότητα της οργάνωσης της κοινωνίας, το πολιτικό σύστημα. Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη.

Advertisements