«Τι άλλο πιο πολύτιμο σε αυτούς εδώ τους τόπους, να είσαι απλός και ν’ αγαπάς τους άλλους τους ανθρώπους» λέει σε μια μαντινάδα του ο Αριστείδης Χαιρέτης, κάτοικος Ανωγείων. Μοιάζει με μαντινάδα, αλλά οι Ανωγειανοί φαίνεται να το έχουν για ευαγγέλιο. Μοιάζει επίσης απλό και εύκολο, αλλά δεν είναι.

Με χτυπάει παρηγορητικά στον ώμο και μου λέει: «Δεν πειράζει». Αυτή ήταν η αντίδραση του κυρ Γιάννη όταν του απάντησα από πού είμαι. Από την Αθήνα του είπα και με κοίταξε με κατανόηση και λύπη. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή ξέρει μάλλον ότι η δική του καθημερινότητα υλοποιείται με πολύ καλύτερους όρους από ότι η δική μου.

Τα Ανώγεια διαφέρουν πάρα πολύ από κάθε άλλο χωριό της Κρήτης και μάλλον από κάθε άλλο χωριό γενικά. Σκαρφαλωμένα σε υψόμετρο 800 μέτρων, είναι το τελευταίο χωριό πριν αρχίσουν οι πλαγιές του Ψηλορείτη να παίρνουν μεγάλο ύψος. Χωρισμένο σε αρκετές γειτονιές, το Περαχώρι χαμηλά, το Μεϊντάνι κεντρικά, το Μετόχι πιο πάνω, είναι το πιο ζωντανό χωριό που έχω πάει ποτέ. Με πληθυσμό που φτάνει περίπου τα 2000 άτομα, τα Ανώγεια είναι το τελευταίο σύνορο με τον ουρανό.

Το χωριό ανήκει στον ορεινό Μυλοπόταμο, τον οποίο συνοδεύει όλη αυτή η φήμη μετά και από τα τελευταία γεγονότα στο διπλανό χωριό, τα Ζωνιανά.

Όμως εδώ στα Ανώγεια τα πράγματα διαφέρουν. Οι άνθρωποι είναι φιλόξενοι, ζεστοί και χαμογελαστοί. Ιδιαίτεροι με τον τρόπο τους, αλλά κοινωνικοί. Το βλέπεις στα αμέτρητα καφενεία που έχει το χωριό, στις ταβέρνες και στις παρέες που στήνονται αυτοσχέδια και αυτόματα ανά πάσα στιγμή. Οι γηραιότεροι με τα στιβάνια, τα μαύρα ρούχα και το μαύρο σαρίκι στο κεφάλι, μαζεύονται κυρίως στα καφενεία στο Περαχώρι. Ο καφές κάνει 1 Ευρώ και πριν προλάβει να τελειώσει, έρχεται αμέσως στο τραπέζι κερασμένη ρακή με μεζέ. Στην πάνω γειτονιά, το Μεϊντάνι μαζεύονται όλοι, γέροι, μεσήλικες, νέοι και παιδιά. Οι μόνες που διακριτικά (ακόμα και η απουσία τους είναι διακριτική) λείπουν είναι οι γυναίκες. Αυτές είναι στο σπίτι και κάνουν δουλειές, μαγειρεύουν και ασχολούνται με τα παιδιά.  Και αυτό όμως δε σημαίνει ότι είναι πατριαρχική κοινωνία. Μπορεί οι άγραφοι κανόνες να δυσχεραίνουν την αθρόα προσέλευση γυναικών στα καφενεία, αλλά «η γυναίκα στα Ανώγεια είναι σεβασμός», όπως μου είπε και ο Μιχάλης. «Είναι μάλλον μητριαρχική κοινωνία με τη γυναίκα να είναι ο βασικός κινητήριος μοχλός», πρόσθεσε λίγο αργότερα.

Εδώ στα Ανώγεια, καταλαβαίνω μετά από μερικές μέρες ότι δεν έχει νόημα να ρωτάω: «τι δουλειά κάνεις;». Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων ασχολείται με την κτηνοτροφία. Και όταν λέμε κτηνοτροφία, εννοούμε πρόβατα, πολλά πρόβατα. Από τον Οκτώβριο μέχρι τον Απρίλιο οι περισσότεροι κατεβάζουν τα πρόβατα πιο χαμηλά, σε πιο εύκρατα κλίματα, ενώ το καλοκαίρι τα ξαναφέρνουν πάλι πίσω στον Ψηλορείτη, στα περίφημα μητάτα. Και είναι περίφημα γιατί πρόκειται για διάσπαρτα πέτρινα μικρά «σπίτια», συνήθως πρόχειρα φτιαγμένα, πάνω στο βουνό, όπου βρίσκει καταφύγιο ο βοσκός όταν περιπλανιέται με τα ζωντανά στα όρη. Εδώ, στα όρη, έχουν λάβει χώρα (και συνεχίζουν να λαβαίνουν) θρυλικά τσιμπούσια με το κρέας να ψήνεται στη φωτιά, τις υπόλοιπες προμήθειες (ψωμί, πατάτες, κρασί και ρακή) να έχουν έρθει από το χωριό και το κρύο του βουνού να απαιτεί τουλάχιστον ζακέτα.

Αυτά το καλοκαίρι και την άνοιξη, γιατί το χειμώνα το κρύο εδώ είναι βαρύ και οι κορφές του Ψηλορείτη, λίγα χιλιόμετρα από τα Ανώγεια, μένουν χιονισμένες καμιά φορά μέχρι και τον Απρίλιο. Και ως τότε όμως, οι Ανωγειανοί δεν κλείνονται στα σπίτια τους, ούτε σταματάνε τα πέρα δώθε. Ο δρόμος από το Περαχώρι μέχρι και το βενζινάδικο στη διασταύρωση, στην άλλη μεριά του χωριού, προς Ηράκλειο, έχει πάντα αυτοκίνητα. Ένα ολοήμερο πέρα δώθε για βόλτα, πέρασμα από τα καφενεία, συνάντηση με φίλους και γνωστούς για κουβέντα, ψώνια από τα μαγαζιά, ή απλά οδήγηση και χάζεμα. Πάνω κάτω, πάνω κάτω στον κεντρικό δρόμο του χωριού, μικροί και μεγάλοι. Μπήκα και εγώ λοιπόν στο πνεύμα και άρχισα να πηγαινοέρχομαι.

Όπου και να κάθισα, η ίδια αντιμετώπιση. Στην αρχή βέβαια το απαραίτητο διερευνητικό βλέμμα, αλλά μετά η κουβέντα, η γνωριμία και έπειτα, πάντα, μα πάντα, ακολουθεί ένα ποτηράκι ρακή (συνήθως όμως περισσότερα από ένα). Εδώ στα Ανώγεια, χρησιμοποιούν μια έκφραση πολύ συχνά, που είναι ενδεικτική του τρόπου ζωής και των σχέσεων των ανθρώπων μεταξύ τους: κάνω παρέα, αλλά δε το χρησιμοποιούν μόνο με την κλασική του έννοια. Ο Μιχάλης μου διηγήθηκε για παράδειγμα μια ιστορία: «Ήρθαν οι φίλοι μου κατά τις 5 το απόγευμα με λύρα και μαντολίνο και άρχισαν να μου κάνουν καντάδα. Μεταφερθήκαμε έξω στα μαγαζιά και κάτσαμε πίνοντας και τραγουδώντας μέχρι την άλλη μέρα το μεσημέρι. Από τους δρόμους που περνούσαμε με τα όργανα, οι γιαγιάδες τρέχανε να μας κεράσουν και να μας φιλέψουν. Κάναμε παρέα από τις 5 το απόγευμα ως το άλλο μεσημέρι.» Και σε αυτήν την παρέα, που δεν είναι ούτε συγκεκριμένη, ούτε μία, ούτε κλειστή, ούτε γνωρίζονται όλοι μέσα σε αυτήν, μπαίνει κάθε φορά, όποιος είναι παρών. Στο καφενείο μπαίνουν όλοι οι θαμώνες, στην ταβέρνα όλα τα τραπέζια με κόσμο, στην πλατεία όλοι όσοι βρίσκονται μέσα της, στο μητάτο όλοι οι βοσκοί και οι περαστικοί τουρίστες που θα τύχει να βρεθούν εκεί, στο γάμο όλο το χωριό και οι επισκέπτες του μαζί.

Και κάθε φορά βέβαια που οι παρέες φτιάχνονται (την ιστορία γράφουν οι παρέες, τραγουδούσε ο Σαββόπουλος κάποτε), οι συμμετέχοντες έχουν και άλλα που τους ενώνουν, εκτός από τη ρακή και την καλή διάθεση. Το κρέας το ψητό, που αφθονεί στην περιοχή και έχει καθημερινά θέση στο τραπέζι των Ανωγειανών και την αγάπη για τη μουσική, την κρητική μουσική. Πατρίδα του Ξυλούρη, του Ψαραντώνη, του Σκουλά και πολλών ακόμα μουσικών της Κρήτης, τα Ανώγεια διατηρούν ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική παράδοση και τη μουσική που ακόμα γεννιέται στα στενά του χωριού. Τα νέα παιδιά του χωριού συνεχίζουν να μαθαίνουν με ενθουσιασμό λύρα, μαντολίνο, λαούτο και άλλα πολλά ακόμα όργανα, ενώ παντού ακούγεται κρητική μουσική.

Τελικά, σκέφτομαι, αυτό το χωριό είναι μια μεγάλη παρέα. Από τους γάμους στους οποίους έχω βρεθεί το καλοκαίρι, μέχρι τις ολιγάριθμες παρέες των χειμωνιάτικων καφενείων. Από την περίοδο των Υακινθείων στα τέλη Ιουλίου (φεστιβάλ που διοργανώνεται λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω από το χωριό) μέχρι τις «κουρές» (το κούρεμα των προβάτων) των βοσκών, οι οποίες γίνονται με τη βοήθεια όλων και συνεταιρικά. Από τον πρωινό καφέ στα καφενεία μέχρι το βραδυνό φαγητό στην ταβέρνα. Και στα 25 παιδάκια από το Αφγανιστάν που φιλοξενούνται στη μαθητική εστία του χωριού κάθε χρόνο εδώ και 9 χρόνια. Μία τεράστια παρέα. Από ντόπιους, ξένους και πιο ξένους, μικρούς, μεγάλους και πιο μεγάλους, φλύαρους, λιγομίλητους, ίσως ακόμα ξεπερνώντας και τον πιο μεγάλο διαχωρισμό ανάμεσα στους ανθρώπους: πλούσιους και φτωχούς. Γιατί ακόμα και εκεί, οι Ανωγειανοί δείχνουν τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη τους προς οποιονδήποτε. Με πρόβατα, με τυριά, με χαμόγελα και κρασιά.

Και το σημαντικό είναι, ότι ακόμα και σαν επισκέπτης, σαν περαστικός, σε δευτερόλεπτα, νιώθεις μέλος αυτής της παρέας.

Το κοινό καλό είναι πάνω από όλα. Χωρίς παρεξηγήσεις, ψευτοεγωισμούς, μικρότητες και διαχωρισμούς. Η καθημερινότητα και το αβάσταχτο πέπλο που απλώνει πάνω σε όλους τους ανθρώπους υπάρχει και εδώ. Η ιδανική κοινωνία δεν έχει δομηθεί ακόμα. Αλλά οι κάτοικοι του χωριού αυτού, στα σύνορα με τον ουρανό, το τρυπούν αυτό το πέπλο ίσως πιο συχνά από τους υπολοίπους.  Στις χαρές και στις λύπες είναι όλοι μαζί.

Η κοινότητα των Ανωγείων δηλώνει παρούσα. Ενωμένη, δυνατή, «μεθυσμένη» από τις ρακές, άθραυστη και άφθαρτη.

Advertisements